σαμαρτζής

ο, Ν
σαμαράς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σαμάρι + κατάλ. -τζής (πρβλ. φαναρ-τζής)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαμαρτζής — ο σαμαράς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Σαμαρτζής, Γεώργιος — Ζωγράφος (Κέρκυρα 1868 – Αθήνα 1925). Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Νεάπολης. Δίδαξε σχέδιο στα σχολεία της Κέρκυρας και επιδόθηκε επίσης στη μουσική και στην ποίηση. Η ζωγραφική του βασίζεται στις θεωρίες του ακαδημαϊκού ρεαλισμού. Είχε… …   Dictionary of Greek

  • Дамиан (архиепископ Синайский) — В Википедии есть статьи о других людях с именем Дамиан (значения). Архиепископ Дамиан Δαμιανός Σαμαρτζής Архиепископ Синайский, Фаранский и Раифский c  …   Википедия

  • σαμαράς — σαμαράς, ο και σαμαρτζής, ο κατασκευαστής σαμαριών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.